Topic · from the English index · as printed

Stop verbs

II. FUTURE SYSTEM

Stop Verbs.—Labial (π, β, φ) and palatal (κ, γ, χ) stops at the end of the verb-stem unite with ς to form ψ or ξ. Dentals (τ, δ, θ) are lost before ς (98).

κόπ-τ-ω (κοπ-) cut, κόψω, κόψομαι; βλάπ-τ-ω (βλαβ-) injure, βλάψω, βλάψομαι; γράφ-ω write, γράψω, γράψομαι; πλέκ-ω weave, πλέξω, πλέξομαι; λέγ-ω say, λέξω, λέξομαι; ταράττω (ταραχ-) disturb, ταράξω, ταράξομαι; φράζω (φραδ-) say, φράσω; πείθω (πιθ-, πειθ-) persuade, πείσω, πείσομαι.

a. When ε or ο is added to the verb-stem, it is lengthened to η or ω: as βούλομαι (βουλ-ε-) wish βουλήσομαι, ἁλίσκομαι (ἁλ-ο-) am captured ἁλώσομαι. So also in the first aorist and in other tenses where lengthening is regular.

(FIRST AORIST ACTIVE AND MIDDLE)

Stop Verbs.—Labial (π, β, φ) and palatal (κ, γ, χ) stops at the end of the verb-stem unite with ς to form ψ or ξ. Dentals (τ, δ, θ) are lost before ς (cp. 98).

πέμπ-ω send ἔπεμψα, ἐπεμψάμην; βλάπτω (βλαβ-) injure ἔβλαψα; γράφ-ω write ἔγραψα, ἐγραψάμην; πλέκ-ω weave ἔπλεξα, ἐπλεξάμην; λέγ-ω say ἔλεξα; ταράττω (ταραχ-) disturb ἐτάραξα, ἐταραξάμην; poetic ἐρέσσω (ἐρετ-) row ἤρεσα; φράζω (φραδ-) tell ἔφρασα, ἐφρασάμην; πείθ-ω (πιθ-, πειθ-, ποιθ-) persuade ἔπεισα.

a. On forms in ς from stems in γ see 516.

V. FIRST (K) PERFECT SYSTEM

Stop Verbs.—Dental stems drop τ, δ, θ before -κα; as πείθω (πιθ-, πειθ-, ποιθ-) persuade πέπεικα, κομίζω (κομιδ-) carry κεκόμικα.

FIRST CONJUGATION OR VERBS IN Ω

Stop Verbs.—Many verb stems end in a stop (or mute) consonant.

The present is formed either from the simple verb-stem, as in πλέκ-ω weave, or by the addition of τ or ι̯ (y) to the verb-stem, as in βλάπτω (βλαβ-) injure, φυλάττω (φυλακ-ι̯ω) guard. All tenses except the present and imperfect are formed without the addition of τ or to the verb-stem; thus, βλάψω from βλαβ-σ-ω, φυλάξω from φυλακ-σ-ω.

FIRST CONJUGATION OR VERBS IN Ω

Some monosyllabic stems show a variation in the quantity of the stem vowel ι or υ, as τρῑ́βω rub perf. τέτρῐφα, ψῡ́χω cool 2 aor. pass. ἐψύ̆χην, τήκω melt (Doric τᾱ́κω) 2 aor. pass. ἐτά̆κην. Cp. 475, 477 c, 500. Many monosyllabic stems show qualitative vowel gradation: ι ει οι; υ ευ ου; α η ω; α ε ο. For examples see 477-484.

FIRST CONJUGATION OR VERBS IN Ω

List of Stop Verbs.—The arrangement of the examples is by classes of the present stem. Words poetic or mainly poetic or poetic and Ionic are starred. The determination of the final consonant of the verb-stem of verbs in -ζω, -ττω (poetic, Ionic, and later Attic -σσω) is often impossible (516).

π—I. βλέπω, δρέπω, ἔλπω*, ἐνέπω*, ἕπομαι, ἐρείπω*, ἕρπω, λάμπω, λείπω, λέπω, μέλπω*, πέμπω, πρέπει, ῥέπω, τέρπω, τρέπω.

II. ἀστράπτω, γνάμπτω*, δάπτω*, ἐνίπτω*, ἐρέπτομαι*, ἰάπτω*, κάμπτω, κλέπτω, κόπτω, μάρπτω*, σκέπτομαι, σκήπτω, σκηρίπτομαι*, σκώπτω, χαλέπτω, and δουπέω* (δουπ-ε-), κτυπέω* (κτυπ-ε-), τύπτω (τυπ-ε-).

β—I. ἀμείβομαι, θλῑ́βω, λείβω*, σέβομαι, στείβω*, τρῑ́βω, φέβομαι*.

II. βλάπτω, καλύπτω.—IV. c. λαμβάνω (λαβ-).

φ—I. ἀλείφω, γλύφω, γράφω, ἐρέφω, μέμφομαι, νείφει (νῑ́φει), νήφω, στέφω, στρέφω, τρέφω, τῡ́φω*.

II. ἅπτω, βάπτω, δρύπτω*, θάπτω (125 g), θρύπτω (125 g), κρύπτω (κρυφ-, κρυβ-), κῡ́πτω, λάπτω, ῥάπτω, ῥῑ́πτω (ἐρρίφ-ην, but ῥῑπ-ή), σκάπτω.

IV. a. πίτνω* = πῑ́πτω.—ἀλφάνω* (ἀλφ-).—V. ἀπαφίσκω* (ἀφ-ε-).

τ—I. δατέομαι* (δατ-ε-), κεντέω* (κεντ-ε-), πατέομαι (πατ-ε-), πέτομαι (πετ-, πτε-).

III. ἀγρώσσω*, αἱμάσσω*, βλίττω (βλιτ- from μλιτ-, 130), βράττω, ἐρέσσω*, λίσσομαι*, πυρέττω (πυρετ-, πυρεγ-).

IV. b. ἁμαρτάνω (ἁμαρτ-ε-), βλαστάνω (βλαστ-ε-).

δ—I. ᾁδω, ἀλίνδω* (ἀλινδ-ε-), ἀμέρδω*, ἄρδω, ἔδω*, εἴδομαι*, ἐπείγω, ἐρείδω*, (καθ) εύδω (εὑδ-ε-), ἥδομαι, κήδω* (κηδ-ε-), κυλίνδω*, μέδομαι* (μεδ-ε-), μήδομαι*, πέρδομαι, σπένδω, σπεύδω, φείδομαι (also Epic φειδε-), ψεύδομαι, and κελαδέω* (κελαδ-ε-).

III. Examples of denominatives from actual δ-stems. γυμνάζω, δεκάζω, διχάζω, μιγάζομαι*, ὀπίζομαι*, παίζω, πεμπάζω, ψακάζω.—αὐλίζομαι, δωρίζω, ἐλπίζω, ἐρίζω, κερκίζω, ληΐζομαι, στολίζω, φροντίζω, ψηφίζω.

IV. ἁνδάνω* (ἁδ-ε-), κερδαίνω (κερδαν-, κερδ-ε-), οἰδάνω* (οἰδ-ε-), χανδάνω (χαδ-, χανδ-, χενδ-).

θ—I. αἴθω*, ἄλθομαι* (ἀλθ-ε-), ἄχθομαι, βρώθω*, εἴωθα (ἐθ-, 563 a), ἐρεύθω*, ἔχθω*, κεύθω*, κλώθω*, λήθω*, πείθω, πέρθω*, πεύθομαι*, πῡ́θω, and γηθέω (γηθ-ε-), ὠθέω (ὠθ-ε-).

III. κορύσσω*.

IV. b. αἰσθάνομαι (αἰσθ-ε-), ἀπεχθάνομαι (ἐχθ-ε-), δαρθάνω (δαρθ-ε-), ὀλισθάνω (ὀλισθ-ε-), λανθάνω (λαθ-), μανθάνω (μαθ-ε-), πυνθάνομαι (πυθ-).

V. πάσχω for παθ-σκω (98, 126).

κ—I. βρῡ́κω, δέρκομαι*, διώκω, εἴκω yield, εἴκω* resemble, ἔλκω, ἐρείκω*, ἐρῡ́κω*, ἥκω, ῑ̔́κω*, πείκω*, πλέκω, ῥέγκω*, τήκω, τίκτω (τεκ-) and δοκέω (δοκ-ε-), μηκάομαι (μηκ-α-), μῡκάομαι (μῡκ-α-).

III. αἰνίττομαι, ᾁττω, δεδίττομαι, ἑλίττω, ἐνίσσω*, θωρήσσω*, κηρῡ́ττω, μαλάττω, μύττω, πέττω (and πέπτω), πλίσσομαι*, φρῑ́ττω, πτήσσω, φυλάττω.

IV. a. δάκνω; d. ἱκνέομαι (ἱκ-).—V. See 527 b.

γ—I. ἄγω, ἀμέλγω, ἀρήγω*, ἐπείγω, εἴργω, ἐρεύγομαι*, θέλγω*, θήγω, λέγω, λήγω, ὀρέγω*, πνῑ́γω, στέγω, στέργω, σφίγγω, τέγγω, τμήγω*, τρώγω, φεύγω, φθέγγομαι, φλέγω, φρῡ́γω, ψέγω, and ῥῑγέω (ῥῑγ-ε-), στυγέω (στυγ-ε-).

III. ἔρδω* and ῥέζω* (511).—ἅζομαι*, ἀλαλάζω*, ἀλαπάζω*, ἁρπάζω, αὐδάζω, βαστάζω, κρᾱ́ζω, πλάζω*, στάζω, στενάζω, σφάζω* (σφάττω).—δαΐζω*, θωμίζω*, κρίζω, μαστίζω, σαλπίζω, στηρίζω, στίζω, στροφαλίζω*, σῡρίζω, τρίζω*, φορμίζω*.—ἀτύζομαι*, γρύζω, μύζω, ὀλολύζω, σφύζω.—οἰμώζω.

IV. c. θιγγάνω (θιγ-).—V. μίσγω (526 c).

χ—I. ἄγχω, ἄρχω, βραχ- in ἔβραχε*, βρέχω, γλίχομαι, δέχομαι, ἐλέγχω, ἔρχομαι, εὔχομαι, ἔχω (σεχ-), ἰάχω*, ἴσχω (σισχ-ω), λείχω*, μάχομαι (μαχ-ε-), νήχω*, οἴχομαι (οἰχ-ε-, οἰχ-ο-), σμῡ́χω*, σπέρχω*, στείχω*, τεύχω*, τρέχω, τρῡ́χω (τρῡχ-ο-), ψήχω, ψῡ́χω, and βρῡχάομαι* (βρῡχ-α-).

III. ἀμύσσω*, βήττω, θρᾱ́ττω, ὀρύττω, πτύσσω, πτώσσω*, ταράττω.

IV. c. κιγχάνω* (κιχ-ε-), λαγχάνω (λαχ-), τυγχάνω (τυχ-ε, τευχ-).—d. ἀμπισχνέομαι (ἀμπεχ-), ὑπισχνέομαι (ὑπεχ-).—V. διδάσκω (διδαχ-).

ξ, ψ—I. ἀλέξω* (ἀλεξ-ε-, ἀλεκ-), αὔξω.—IV. b. αὐξάνω (αὐξ-ε-).—I. ἕψω (ἑψ-ε-).